Αρχείο

Posts Tagged ‘θεωρία’

H ETIKETA ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ

Φεβρουαρίου 6, 2010 Σχολιάστε

http://nosferatos.blogspot.com/search/label/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%B1

Advertisements

στιγμιαία κοινωνία «σμήνος»απο το ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ του Γ Σιακανταρη στην Βιβλιοθήκη της» Ε»

Αύγουστος 3, 2009 Σχολιάστε

στιγμιαία κοινωνία «σμήνος»απο το ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ του Γ Σιακανταρη στην Βιβλιοθήκη της» Ε»

Η στιγμιαία κοινωνία «σμήνος»
αποσπασμα απο το ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ
Από την κοινωνία των παραγωγών στην κοινωνία των καταναλωτών και των «απορριμμάτων»
ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝΖωή για κατανάλωση ΜΤΦΡ.: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ«ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ»
βιβλιοπαρουσιαση ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗ
»…Ενώ η νεωτερική κοινωνία των παραγωγών πόνταρε στην ανθεκτικότητα και στην ασφάλεια, η ρευστή κοινωνία των καταναλωτών μετατρέπει την ανθρώπινη επιθυμία για σταθερότητα από συστημική αρετή σε μεγάλο ελάττωμα. Το μεταμοντέρνο ρευστό περιβάλλον είναι εχθρικό στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, στην επένδυση και στην αποθήκευση. Ο καταναλωτισμός είναι μια ζωή που βιώνεται στο «τώρα», μια ζωή «βεβιασμένη». Οι ευκαιρίες του είναι μοναδικές και ο χρόνος του διακεκομμένος. Σ’ αυτόν τον κόσμο ο παραμικρός δισταγμός τιμωρείται με πέταγμα στα σκουπίδια. Για να υπηρετήσει όλες αυτές τις νέες «ανάγκες» η οικονομία του καταναλωτισμού δεν μπορεί να σταματά στην παρόρμηση απλής απόκτησης και κατοχής, αλλά να επεκτείνεται και να συμπληρώνεται από την παρόρμηση απαλλαγής και ξεσκαρταρίσματος των γρήγορα αντικαταστάσιμων προϊόντων. Αυτή η κοινωνία υπόσχεται μια στιγμιαία «εδώ και τώρα» ευτυχία. Μια ευτυχία διηνεκών στιγμών. Αν όμως είναι δύσκολο να απαντηθεί γενικά το ερώτημα πότε οι άνθρωποι είναι ευτυχείς, είναι ακόμα πιο δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να βρεθεί απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα στο πλαίσιο της καταναλωτικής κοινωνίας. Γιατί σ’ αυτήν την κοινωνία η υπόσχεση ικανοποίησης παραμένει δελεαστική μόνον όσο η επιθυμία και η ευτυχία παραμένουν ανικανοποίητες. Ετσι ο καταναλωτισμός δεν είναι μόνο μια οικονομία της υπερβολής και της σπατάλης, είναι επίσης και μια οικονομία της εξαπάτησης και του ανικανοποίητου.Η κοινωνία των καταναλωτών δεν κρίνει ικανότητες, γνώσεις, προθέσεις. Ολα αυτά κρίνονται και αναγνωρίζονται μόνον όταν στηρίζουν την καταναλωτική ικανότητα των κατόχων τους. Κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη συμβολή του Μπάουμαν στην κριτική του καταναλωτισμού έγκειται στην αποκάλυψη του «πέπλου άγνοιας» που κρύβεται πίσω από τις εγκλήσεις και τους όρκους στην κοινωνία της γνώσης, των ίσων ευκαιριών, της διά βίου μάθησης και άλλων συμπαρομαρτούντων «προσόντων». Η επίκληση των παραπάνω προσόντων είναι σε εισαγωγικά, όσο αυτά θεωρούνται συνοδοί στο καφέ-μπαρ της κατανάλωσης και όχι συνοδοιπόροι της αυταξίας του ανθρώπου ως δημιουργού, ως ενότητα παραγωγού και καταναλωτή. Για τον Μπάουμαν ο σκοπός των όποιων απαιτούμενων προσόντων είναι να κάνει τους κατόχους τους ευπώλητο εμπόρευμα. Το να είναι κανείς καταναλωτής αποτελεί ένα ατέρμονο καθήκον και προϋποθέτει επίπονο αγώνα. Ο ελαττωματικός καταναλωτής βρίσκεται αυτομάτως εκτός κοινωνίας. Ο φόβος για να γίνει κανείς ελαττωματικός καταναλωτής κεφαλοποιείται από τις εταιρείες, αλλά και από τους διοικητικούς και εκπαιδευτικούς μηχανισμούς. Μία άλλη ιδιαίτερα σημαντική παρατήρηση του θαρραλέου κριτικού της κοινωνικής αποδιοργάνωσης είναι η ματιά που ρίχνει στην αγορά. Μια ματιά που έχει και τεράστια πολιτική σημασία. Στην κοινωνία των καταναλωτών η αγορά δεν είναι ο χώρος όπου πραγματοποιούνται οι παραγμένες στον χώρο της παραγωγής αξίες, αλλά ένας χώρος που εκφέρει «ετυμηγορίες αποκλεισμού». Στις προ-πολιτικές κοινωνίες, αλλά και σε αυτές της πρώτης νεωτερικότητας μόνον ο κυρίαρχος, δηλαδή η πολιτική και το κράτος, μπορούσε να εκφέρει ετυμηγορίες αποκλεισμού. Σήμερα αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνει η αγορά. Στην ανάλυση του Μπάουμαν δεν είναι η πολιτική (κράτος) που χάνει αρμοδιότητες, αλλά είναι η αγορά που αποκτά πολιτικές εξουσίες. Δεν απουσιάζει όμως μόνον η πολιτική από την κοινωνία των καταναλωτών, απουσιάζει και η ταξική ένταξη. Εδώ ο Μπάουμαν, από άλλους βεβαίως δρόμους, συγκλίνει με την ιδέα της εξατομικευμένης κοινωνίας και των κατηγοριών «ζόμπι» του Ούλριχ Μπεκ. Η κοινωνία των καταναλωτών, κατά τον συγγραφέα του παρόντος βιβλίου, διασπά τις ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, διαλύει τις συλλογικές ταξικές ταυτότητες. Μόνον που ο Μπεκ στις διαδικασίες ρευστοποίησης των ταξικών ταυτοτήτων βλέπει τη διαμόρφωση εξατομικευμένων ρίσκων, ενώ ο Μπάουμαν βλέπει τη διαμόρφωση σμηνών. Σμήνη από καταναλωτές και σμήνη από «αποτυχημένους καταναλωτές».

Μισέλ Φουκώ, «Η ιστορία της σεξουαλικότητας» «Η δίψα της γνώσης»

Αύγουστος 1, 2009 Σχολιάστε

1.Αποσπασμα απο την » δίψα της γνώσης» εκδόσεις «Ράππα», σε μετάφραση της Γκλόρυ Ροζάκη:
Πηγή :Madame de la Luna

http://madamedelaluna.blogspot.com/2008/07/i.html

«Ανάμεσα στην εξουσία και στο σεξ δεν καθιερώνεται ποτέ σχέση, παρά μονάχα με τρόπο αρνητικό: απόρριψη, αποκλεισμός, άρνηση, φραγμός ή ακόμα απόκρυψη ή προσωπείο. Η εξουσία δεν έχει τη «δύναμη» να κάνει τίποτε στο σεξ και στις ηδονές, εκτός από το να του λέει όχι. Αν φτιάχνει κάτι, είναι απουσίες και κενά. Εξαφανίζει στοιχεία, εισάγει ασυνέχειες, χωρίζει ότι είναι ενωμένο, χαράζει σύνορα. Οι ενέργειες της παίρνουν τη γενική μορφή του ορίου και της έλλειψης. Η εξουσία είναι, βασικά, εκείνο που υπαγορεύει στο σεξ τον νόμο του. Πράγμα που σημαίνει πρώτα-πρώτα ότι το σεξ βρίσκεται τοποθετημένο απ’ αυτήν κάτω από ένα καθεστώς δυαδικό: θεμιτό και αθέμιτο, επιτρεπόμενο και απαγορευμένο. Πράγμα που σημαίνει, παραπέρα, ότι η εξουσία ορίζει στο σεξ μια «τάξη» που λειτουργεί ταυτόχρονα σαν μορφή νοητότητας: το σεξ αποκρυπτογραφείται με βάση τη σχέση του προς το νόμο. Πράγμα που σημαίνει, τέλος, ότι η εξουσία δρα ορίζοντας τον κανόνα: η ενέργεια της εξουσίας πάνω στο σεξ γίνεται με τη γλώσσα ή μάλλον με μια πράξη Λόγου που, απ’ αυτό το ίδιο το γεγονός ότι εκφέρεται, δημιουργεί μια κατάσταση δικαίου. Μιλάει και είναι ο κανόνας. Την καθαρή μορφή εξουσίας τη βρίσκει κανείς στο λειτούργημα του νομοθέτη. Και ο τρόπος ενέργειάς της αναφορικά προς το σεξ είναι νομικο-διασκεπτικού τύπου.

Δεν θα πλησιάσεις, δεν θ’ αγγίξεις, δεν θα αναλώσεις, δεν θα δοκιμάσεις ηδονή, δεν θα μιλήσεις, δεν θα φανείς. Σε τελευταία ανάλυση, δεν θα υπάρχεις παρά μόνο στη σκιά και στη μυστικότητα.
 
 
Πάνω στο σεξ, η εξουσία εφαρμόζει μόνο ένα νόμο απαγορευτικό.
 
Σκοπός της: ν’ απαρνηθεί το σεξ τον εαυτό του. Μέσα της: η απειλή της τιμωρίας που δεν είναι άλλη από την εξάλειψή του. Απαρνήσου τον εαυτό σου, αλλιώς βγαίνεις από τη μέση. Μην εμφανίζεσαι, αν δεν θες να εξαφανιστείς. Η ύπαρξη σου δεν θα διατηρηθεί παρά μόνο με το τίμημα της εκμηδένισης της. Η εξουσία δεν περιορίζει το σεξ, παρά με μια απαγόρευση που παίζει με την εναλλαγή ανάμεσα σε δυό ανυπαρξίες.
Αυτή η απαγόρευση υποτίθεται ότι παίρνει τρεις μορφές: να βεβαιώνει πως αυτό δεν επιτρέπεται, να εμποδίζει αυτό να ειπωθεί, να αρνιέται ότι αυτό υπάρχει… »

2.Περί σεξουαλικότητας
από το ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ7 – 25/02/2007

http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,id=83915436

 

»Τον Νοέμβριο του 1975, δεκατρείς μήνες πριν από τη δημοσίευση του βιβλίου του, ο Φουκό έδωσε μια διάλεξη στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης.:

αποσπασμα:

 

»Θα έλεγα ότι πολλά πρόσωπα πριν από μένα, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, ακολούθησαν ένα πολύ συγκεκριμένο σχήμα ανάλυσης, το οποίο διαμορφώθηκε μεταξύ του 1920 και του 1930 γύρω από το πρόσωπο και το έργο του Βίλχελμ Ράιχ. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι αυτό το σχήμα, του οποίου αποδέχομαι την αξία και από το οποίο προέκυψαν πολυάριθμα έργα, έρευνες, αναλύσεις και ως ένα βαθμό πολύ ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις, δεν θα οδηγήσει την ιστορική έρευνα στην επιτυχία (…). Τώρα βλέπω το σχήμα του Ράιχ περισσότερο ως εμπόδιο παρά ως εργαλείο.

 

Σε τι έγκειται όμως αυτό το σχήμα; Απλουστεύοντας λίγο θα έλεγα ότι με βάση αυτό το σχήμα εμείς ζούμε -στην πραγματικότητα ήδη με αφετηρία τουλάχιστον τον 18ο αιώνα- σε ένα σεξουαλικό καθεστώς που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε βικτωριανό. Το σκυθρωπό βλέμμα της βασίλισσας, η συνοφρυωμένη όψη του πουριτανού της αυτοκρατορικής περιόδου θα μπορούσαν να είναι τα εμβλήματα της δική μας ταλαίπωρης, υποκριτικής και σιωπηλής σεξουαλικότητας. Γενικά, σύμφωνα με το σχήμα του Ράιχ και με το ύφος της ανάλυσης που θα την αποκαλούσα αντικαταπιεστική, μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα η σεξουαλικότητα απολάμβανε ένα είδος ασυλίας και με τις δύο έννοιες του όρου, από τη στιγμή που συνεπαγόταν τόσο μια μη καταπιεσμένη σεξουαλική πρακτική, μιαν ανοιχτή και φυσική σεξουαλική πρακτική, όσο και μιαν ελεύθερη και ανέμελη συζήτηση, έναν τύπο λόγου για τη σεξουαλικότητα χωρίς αποσιωπήσεις ή φτιασιδώματα (…).Αυτή η χρυσή εποχή μιας φλύαρης και φωτεινής σεξουαλικότητας δίνει τη θέση της σε ένα σούρουπο, που μας οδήγησε στην καρδιά του 19ου αιώνα στη βικτωριανή νύχτα (στην οποία όλοι οι γάτοι έχουν γκρίζο χρώμα), όπου μπορεί κανείς να κάνει έρωτα μόνο στη σκιά, μυστικά, στο περιθώριο της ζωής, όπου μπορεί κανείς να μιλάει για τον έρωτα μόνο με φτιασιδωμένα λόγια. Με δυο λόγια, από τις αρχές του 17ου αιώνα σε όλο το δυτικό κόσμο θα είχε αρχίσει να διαδίδεται μια σεξουαλικότητα αποτελούμενη από σκιές, μια σεξουαλικότητα παγιδευμένη στη χωρική μετωνυμία του μπορντέλου και στις υποχρεωτικές μεταφορές του λόγου, από την οποία τελικά θα μας έσωζε ο Φρόιντ (…).Πιστεύω ότι έχει έρθει η στιγμή να τελειώνουμε με αυτόν τον τύπο δυϊσμού, μανιχαϊσμού, που τοποθετεί από τη μια μεριά τον λόγο, την ελευθερία, την αλήθεια, το φως της μέρας και από την άλλη τη σιωπή, την καταπίεση, την άγνοια, τη νύχτα. Αντί να κάνουμε μια διαίρεση αυτού του τύπου, οφείλουμε να προσπαθήσουμε να επανενώσουμε όλα αυτά τα στοιχεία και να περιγράψουμε αυτό που θα αποκαλούσα τεχνολογικό αστερισμό, δηλαδή ένα τρισδιάστατο σύνολο που περιλαμβάνει τον λόγο, τη γνώση και την εξουσία, μέσα στο οποίο θα ερμηνευόταν (ήμουν έτοιμος να πω θα «παραγόταν») η σύγχρονη σεξουαλικότητα, δηλαδή θα αναπτυσσόταν και θα ελεγχόταν, θα συγκροτούνταν ως θέμα, θα διατυπωνόταν με βάση μιαν «αλήθεια» και θα οριζόταν ως αντικείμενο, ως ο στόχος μιας πιθανής γνώσης.

Η σεξουαλικότητα δεν ήταν «καταπιεσμένη», θα έλεγα μάλλον ότι ήταν «εκφρασμένη», όχι με την έννοια ότι τελικά μεταφραζόταν σε λόγια, αλλά με την έννοια ότι εκείνη τη στιγμή άρχισε να υπάρχει ένας λόγος για τη σεξουαλικότητα. Ενας λόγος για τη σεξουαλικότητα που ήταν ταυτόχρονα μια σχέση εξουσίας και μια σχέση αντικειμένου…Συνεπώς το θέμα, η γενική μορφή της εργασίας, δεν θα ήταν η καταπίεση της σεξουαλικότητας ως βασικός μηχανισμός από τον οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε για να κατανοήσουμε όλους τους άλλους. Το θέμα αυτής της έρευνας έπρεπε να είναι το σύνολο της τεχνολογίας της σεξουαλικότητας ή το σύνολο των ρητών σεξουαλικών συστημάτων (…)..»

 βλεπε επίσης στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

ΜΙΣΕΛ ΦΟΥΚΩ: Ο φιλόσοφος του κύκλου των »καταραμένων»- 25-27/1/ 2008 

http://politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=4600

ΚΑΙ
ΕΔΩ:

Το συγγραφικό έργο του Φουκώ!

απο

Ο Στεφαν Τσβαιχ για την Νιοτη καιτην Μελαγχολια .

Ιανουαρίου 23, 2009 Σχολιάστε

Ο Στεφαν Τσβαιχ για την Νιοτη καιτην Μελαγχολια .

»τίποτα δεν αγγίζει βαθύτερα τη ψυχή ενός νέου από τη μεγαλειώδη αρρενωπότητα της ανδρικής κατήφειας: Ο στοχαστήςτου Μιχαήλ Αγγέλου με το βλέμμα καρφωμένο στην άβυσσο της ίδιας του της ύπαρξης , η αποτύπωση της πίκρας στο καρφωμένο προς τα μέσα στόμα του Μπετόβεν, τα τραγικά αυτά προσωπεία ανθρώπινου πόνου συγκινούν βαθύτερα την αδιάπλαστη νεανική ψυχή απ ¨ότι η γεμάτη χάρη μελωδία του Μότσαρτ και το λαμπερό φως γύρω από τις μορφές του Λεονάρντο.

Η Νιότη προσωποποίηση η ίδια του κάλλους, δεν έχει ανάγκη από λαμπρότητα και ομορφιά.Διαθέτοντας αποθέματα ζωτικότητας , ρέπει προς το τραγικό και αφήνει με ευχαρίστηση τη μελαγχολία να ρουφάει από το άπειρο ακόμη αίμα της.
Γι αυτό και η αιώνια τάση του νέου προς τον κίνδυνο, γι αυτό και το αδελφικά απλωμένο χέρι του προς κάθε πνευματικό μάρτυρα»

Στεφαν Τσβαιχ Σύγχυση αισθημάτων

για την ουτοπία μιας »επικοινωνιακής» κοινωνιας ..απο το Ζαν Μπροντιγιαρ : Η Διαφάνεια του κακού

Ιανουαρίου 20, 2009 Σχολιάστε

για την ουτοπία μιας »επικοινωνιακής» κοινωνιας ..απο το Ζαν Μπροντιγιαρ : Η Διαφάνεια του κακού

η ουτοπία μιας επικοινωνιακής κοινωνίας είναι κάτι άνευ νοήματος, εφόσον η επικοινωνία προκύπτει συγκεκριμένα από την ανικανότητα μιας κοινωνίας να ξεπεράσει τον εαυτό της αγόμενη σε άλλους σκοπούς.

Το ίδιο ισχύει και για την πληροφόρηση : η περίσσεια γνώσεων διασπείρεται αδιάφορα με τρόπο επιφανειακό προς ολες τις κατευθύνσεις, στην πραγματικότητα όμως προκαλεί απλώς μια μετατροπή /αντιμετάθεση. Στη διασύνδεση οι συνομιλητές είναι συνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλον όπως το φις με την ηλεκτρική πρίζα.

Όπως πολύ σωστά λέγεται»αυτό» επικοινωνεί, μέσα απο ενα είδος μοναδικού , στιγμιαίου κυκλώματος , και για να επικοινωνήσει αυτό καλά , το πράγμα πρέπει να γίνει γρήγορα ,δεν υπάρχει χρόνος για σιωπή. Η σιωπή έχει εξοβελιστεί από τις οθόνες και την επικοινωνία

Οι μεσο-ενημερωικές εικονες (και το μεσοενημερρωτικό κείμενο είναι σαν τις εικόνες) δεν σιωπουν ποτέ: εικόνες και μηνύματα οφείλουν να ρέουν συνεχώς

Η σιωπή όμως , αυτή η συγκοπή στο κύκλωμα, αυτή η ήπια καταστροφή , αυτό το lAPSUS που στην περίπτωση της τηλεόρασης αποκτά ιδιαίτερα μεγάλη σημασία – μια ρήξη φορτωμένη με άγχος και αγαλλίαση μαζί, που επιβεβαιώνει ότι όλη αυτή η επικοινωνία δεν είναι κατά βάθος παρά ένα σενάριο που έχει γίνει με το ζόρι, μια αδιάκοπη διαδοχή πλασμάτων που μας απαλλάσσει από το κενό τόσο της οθόνης όσο και της οθόνης του μυαλού μας, της οποίας τις εικόνες παραμονεύουμε , εξίσου γοητευμένοι.

Η εικόνα ενός ανθρώπου που κάθεται και χαζεύει, μια μέρα απεργίας, την κενη οθόνη της τηλεόρασης του θα θεωρείται κάποτε μια από τις ωραιότερες εικόνες της ανθρωπολογίας του 20ου αιώνα

Ζαν Μπροντιγιαρ : Η Διαφάνεια του κακού , Εξάντας Νήματα , μτφ Ζ Σαρίκας (1990) 1996(σ 21)
΄βλ και
Το τελος της Πολιτικης Οικονομίας : απο το Ζαν Μπροντιγιαρ : Η Διαφάνεια του κακού

Η ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΑΚΡΑΙΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ

Νίκου Δεμερτζή:Περι Πολιτικού Κυνισμού

Ιανουαρίου 16, 2009 Τα σχόλια έχουν κλείσει

Νίκου Δεμερτζή:Περι Πολιτικού Κυνισμού


Πολιτικός Κυνισμός: Σύμπτωμα ή αιτία της κρίσης εκπροσώπησης;

Νίκος Δεμερτζής
Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Τμήμα ΕΜΜΕ

Επειδή στην πολιτική και επιστημονική γλώσσα οι λέξεις που χρησιμοποιούμε είναι κατά κανόνα διφορούμενες, πριν μπω στο κυρίως θέμα μου θα ξεκινήσω με δύο πλαισιωτικά σχόλια. Πρώτον, η απροβλημάτιστη χρήση του ιατρογενούς όρου «κρίση» εξυπονοεί (και υποκρύπτει συνάμα) μια ιδεώδη ή «φυσιολογική» συνθήκη οργάνωσης, διαμεσολάβησης και εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων από τα κόμματα, τις κυβερνήσεις κ.λπ. έτσι, ώστε κάθε τι έξω από αυτή να συνιστά παρέκλιση ή παθογένεια. Αντί όμως της «κρίσης» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν οι λέξεις «μετεξέλιξη», «αλλαγή», «μετασχηματισμός» ή «μεταβολή» και κατ’ αυτόν τον τρόπο να ορισθεί διαφορετικά η κατάσταση. Ας μη ξεχνάμε, στην πολιτική οι λέξεις είναι όπλα στον αγώνα για την εξουσία και ο ορισμός ενός γεγονότος ή μιας συλλογικής εμπειρίας ευνοεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα συμφέροντα μιας ομάδας, προνομιούχου ή μη. Η χρήση της «κρίσης» συνήθως φοβίζει και συσπειρώνει.
Δεύτερον, κάθε κρίση νομιμοποίησης (δηλαδή η αμφισβήτηση της στοχοθεσίας και του ηθικού θεμελίου των ενεργειών ενός πολιτικού οργανισμού), καθώς και κάθε διοικητική κρίση (δηλαδή η ανεπάρκεια κρατικών ή μη κρατικών δρώντων στην αντιμετώπιση οικονομικών, περιβαλλοντικών και ποικίλων διαχειριστικών προβλημάτων) δεν συνεπάγεται αυτομάτως και κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Στην εκδήλωση της τελευταίας συμβάλλει ο ανοικτός ή κλειστός χαρακτήρας του πολιτικού συστήματος, το ισχυρό ή αδύναμο κράτος, ο αριθμός των κομμάτων, το εκλογικό σύστημα, οι αδράνειες της πολιτικής κουλτούρας, αλλά και οι εκάστοτε συγκυρίες. Έτσι, χωρίς να αποκλείονται μετατροπές στο άμεσο ή απώτερο μέλλον, δεν πρέπει να εκπλήσσει η επικράτηση του δικομματισμού στην Ελλάδα παρά τη χρονίως εκδηλούμενη δυσφορία απέναντι στην πολιτική και τους πολιτικούς.
Στις τρέχουσες πολιτικές αναλύσεις, ως έκφραση, σύμπτωμα και αιτία, της κρίσης νομιμοποίησης (και εν μέρει εκπροσώπησης) θεωρείται συνήθως ο πολιτικός κυνισμός. Ως πολιτικός κυνισμός εκλαμβάνεται η δυσπιστία στην ειλικρίνεια, την ακεραιότητα και τις προθέσεις των πολιτικών αρχών, του πολιτικού προσωπικού και των πολιτικών θεσμών, οι οποίοι θεωρείται ότι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του εκλογικού σώματος. Ο πυρήνας του πολιτικού κυνισμού καταλαμβάνεται από την απουσία εμπιστοσύνης, ανεξάρτητα από επιχειρήματα υπέρ ή κατά. Δεν είναι απλός σκεπτικισμός, αλλά μια εμπεδωμένη και γι αυτό αυτο-εκπληρούμενη αρνητικότητα απέναντι στους πολιτικούς και την πολιτική διαδικασία. Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι υποσκάπτει τη δημοκρατία καθώς οδηγεί σε μειωμένη πολιτική συμμετοχή, σε απάθεια και αποξένωση. Διεθνώς, ο πολιτικός κυνισμός προσδιορίζεται συνήθως από τις τοποθετήσεις του κοινού σε ερωτήσεις του τύπου: «Πιστεύεις ότι υπάρχει διαφθορά στη δημόσια ζωή της χώρας; Σε ποιο βαθμό νομίζεις ότι κυβερνάται η χώρα για το γενικό καλό; Πόσο συχνά πιστεύεις ότι η κυβέρνηση κάνει σωστές ενέργειες στα διάφορα θέματα; Δεν βρίσκω πολλά στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας που να με κάνουν υπερήφανο/η». Στην Ελλάδα μάλιστα, πολύ συχνά, η απαρέσκεια και οι σχεδόν απόλυτα απορριπτικές στάσεις έναντι του πολιτικού προσωπικού και των περισσότερων πολιτικών θεσμών ακολουθούν αυξητική τάση ακόμα και στις παραμονές εκλογών, σε συγκυρίες, δηλαδή, κατά τις οποίες αναμένεται ότι ο πολίτης αφοσιώνεται περισσότερο στην πολιτική διαδικασία. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να συμμετέχει μαζικά στις εκλογές, κάτι που ασφαλώς δεν οφείλεται μόνο στη μέχρι πρότινος υποχρεωτικότητα της ψήφου.
Εδώ θέλω να αμφισβητήσω την κοινότοπη αυτή αντίληψη και να υποστηρίξω ότι ο πολιτικός κυνισμός δεν είναι μια γνωστικού τύπου εκτίμηση και δεν εξαντλείται στη δυσπιστία απέναντι στην πολιτική και τους πολιτικούς. Απεναντίας, είναι μια σύνθετη θυμική κατάσταση αποτελούμενη από ειρωνεία, σαρκασμό, διακωμώδηση, δυσφορία, μελαγχολία, απαισιοδοξία, αυτο-λύπηση, απελπισία, σκεπτικισμό, καγχασμό, δυσπιστία, κακοπιστία, μοιρολατρεία, αγανάκτηση, επιφυλακτικότητα και μνησικακία. Βεβαίως τα συστατικά αυτά χαρακτηριστικά, που πολύ δύσκολα εντοπίζονται με τα εργαλεία της εμπειρικο-στατιστικής ανάλυσης, συνδυάζονται και στοιχίζονται διαφορετικά ανά περίπτωση, ακριβώς διότι ο πολιτικός κυνισμός δεν ειναι ένας για όλους. Έτσι, είναι άλλος ο σαρκαστικός και ειρωνικός κυνισμός των από πάνω, όπου αξίες και αρχές λειτουργούν προσχηματικά και όπου, όπως έχει λεχθεί, ο κυρίαρχος αποκαλύπτει τη μάσκα του, χαμογελά με κατανόηση στον αδύναμο αντίπαλό του συνεχίζοντας μολοντούτο να τον καταπιέζει, και ειναι άλλος ο καγχαστικός, δυσφορικός και μοιρολατρικός κυνισμός των από κάτω, που λειτουργεί ως ψυχική παρακαμπτήριος της ντροπής και ως άμυνα απέναντι σε δύσκολες συνθήκες ζωής που δεν μπορούν να αλλάξουν.
Παρομοίως, μπορεί κανείς να διακρίνει ανάμεσα σε έναν εποικοδομητικό και έναν καταστροφικό πολιτικό κυνισμό. Συναποτελούμενος από ειρωνεία, σκεπτικισμό, επιφυλακτικότητα, και δυσπιστία, ο πρώτος είναι συμβατός με τη δημοκρατία καθώς ευνοεί την αποστασιοποίηση από μισαλλόδοξες «αλήθειες» και την ανεκτικότητα απέναντι στον άλλο. Αντίθετα, ο έτερος τύπος είναι ασύμβατος με τη δημοκρατία καθώς στηρίζεται στην κακοπιστία, το μηδενισμό και τη διακωμώδηση των πάντων. Όντως τότε προκαλείται κρίση εκπροσώπησης. Στην περίπτωση όμως του εποικοδομητικού κυνισμού μπορούν να ενεργοποιηθούν κρυμμένες δυνατότητες και να αλλάξουν οι όροι του πολιτικού ανταγωνισμού.

Περί έθνους και εθνικισμού: Αναρτησεις στη Σπηλιά ….

Ιανουαρίου 4, 2009 Σχολιάστε